Η αλήθεια είναι πως στις δύσκολες, αβέβαιες, συχνά παράλογες μέρες μας είναι δύσκολο να διατυπώσει κανείς με σιγουριά μια στρατηγική. Σε συνθήκες σοκ εξαιτίας όλων όσων τρομακτικών συμβαίνουν γύρω μας, είναι πράγματι δύσκολο να βρει κανείς την αναγκαία συναισθηματική απόσταση και διανοητική διαύγεια, ώστε να απαντήσει στο πάντοτε επανερχόμενο ερώτημα “τι να κάνουμε” (και τι όχι). Από την άλλη, όμως, το να παραιτηθούμε από την αξίωση κατανόησης της πραγματικότητας και από την προσπάθεια να διατυπώσουμε κάποιες παραδοχές και κατευθυντήριες γραμμές ως ψήγματα, έστω, στρατηγικής, είναι εκ προοιμίου δεδομένο ότι οδηγεί σε ήττα και σε πλήρη παράδοση στη σημερινή δυστοπία.
Μερικές σκέψεις, λοιπόν, σαν μικρή συνεισφορά στην κοινή αγωνία και διερώτηση όσων νιώθουμε ότι ο ορίζοντας στενεύει απειλητικά μπροστά μας.
Σκέψη πρώτη: Είμαστε σε “σημείο ρήξης και όχι μετάβασης”
Η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού, Μαρκ Κάρνεϊ, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και έγινε σημείο αναφοράς και από πολλούς και πολλές εντός της Αριστεράς. Η επισήμανσή του ότι η παλιά τάξη πραγμάτων που βασίζεται στο δίκαιο καταρρέει και ότι πρέπει τα κράτη που δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων υπερδυνάμεων να συνειδητοποιήσουν ότι βρισκόμαστε σε σημείο “ρήξης και όχι μετάβασης” έγινε τις τελευταίες μέρες αντικείμενο συζήτησης και ευρύτατης αποδοχής.
Είναι ενδιαφέρον ότι τα λόγια αυτά ειπώθηκαν στο Νταβός, στην άλλοτε καρδιά του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού από έναν κεντροδεξιό (νεο)φιλελεύθερο πρώην κεντρικό τραπεζίτη του Καναδά αλλά και της Αγγλίας. Και δεν είναι μεμονωμένο το φαινόμενο: το τρέχον τεύχος του “Der Spiegel”, του κατεξοχήν mainstream γερμανικού εντύπου, κυκλοφορεί με τη λέξη “ιμπεριαλισμός” στο εξώφυλλό του.Αν όμως έχει δίκιο το “Der Spiegel” και βρισκόμαστε στη δίνη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών (το έντυπο αναφέρεται, βέβαια, μόνο στον Τραμπ, προφανώς λόγω επικαιρότητας, αλλά είναι δεδομένα κριτικό στον ρωσικό επεκτατισμό), αν έχει δίκιο ο Καναδός πρωθυπουργός και ζούμε μια στιγμή ρήξης, τότε το ερώτημα που τίθεται και δεν απαντιέται είναι το εξής:
Σε συνθήκες ρήξης, μπορούμε να πορευόμαστε με μια γραμμή που δεν θα παρεκκλίνει από το business as usual;
Σε συνθήκες ρήξης, μπορεί η απάντηση να έρθει από την επιμονή σε πολιτικές λιτότητας, σε πολιτικές βίαιης αντίστροφης αναδιανομής, σε πολιτικές που υπηρετούν τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου ή επιμέρους τμημάτων αυτού σε βάρος των λαϊκών τάξεων;
Αν όντως ήμαστε σε συνθήκες ρήξης, τότε αυτό σημαίνει ότι οφείλουμε να έρθουμε σε ρήξη και με το κυρίαρχο υπόδειγμα σε όλους τους τομείς. Αλλιώς, η κατάφαση της ρήξης σηματοδοτεί μόνο ένα τέλος, χωρίς να μπορεί να δώσει διέξοδο για μια νέα αρχή.
Σκέψη δεύτερη: το πολιτικό πεδίο ως διελκυστίνδα
Το πολιτικό πεδίο δεν είναι στατικό αλλά δυναμικό. Είναι το αποτέλεσμα της εκάστοτε ισορροπίας δυνάμεων. Έτσι, η συζήτηση περί του “κέντρου” πρέπει να παίρνει υπόψη της ότι το εκάστοτε “κέντρο” μετατοπίζεται, ανάλογα με την έκβαση της διαρκούς πολιτικής και ιδεολογικής διελκυστίνδας που εξελίσσεται στο εσωτερικό κάθε κοινωνίας και παγκόσμια.
Σήμερα ζούμε σε συνθήκες ακροδεξιάς ηγεμονίας. Η δεξιά ριζοσπαστικοποιείται όλο και περισσότερο και μετατοπίζει ολόκληρο το πολιτικό πεδίο προς τα δεξιά. Ακόμα και κόμματα του λεγόμενου “προοδευτικού” στρατοπέδου υιοθετούν όλο και πιο συντηρητικές θέσεις, στη βάση ενός υποτιθέμενου “ρεαλισμού”, όπως π.χ. φαίνεται στις θέσεις που διατυπώνουν σοσιαλδημοκρατικά και πράσινα κόμματα, αλλά ακόμα και κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (τουλάχιστον κατ’ όνομα), σε σχέση με τα έμφυλα δικαιώματα, τη μετανάστευση, τον πόλεμο κ.ο.κ.
Σήμερα, λοιπόν, όποιος προσπαθεί να σταθεί σε κεντρώες θέσεις αφήνεται απλά να συρθεί προς τα δεξιά από το ρεύμα που κυριαρχεί. Διέξοδος σήμερα μπορεί να προκύψει μόνο αν στην άλλη άκρη του πολιτικού νήματος συγκεντρωθεί μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και πιο αποφασισμένη δύναμη, που θα ριζοσπαστικοποιήσει τη συζήτηση και θα τραβήξει το πολιτικό πεδίο προς τα Αριστερά.
Οι πολιτικές συγκρούσεις πράγματι κερδίζονται, όπως λέει η κοινή σοφία, στο κέντρο: κρίνονται από το ποιος θα καταφέρει να τραβήξει το κέντρο προς το μέρος του. Όχι από το ποιος θα κρυφτεί μέσα σε ένα ακαθόριστο κέντρο.
Είναι άλλωστε ενδιαφέρον να δει κανείς ότι οι -λίγοι- πραγματικά φιλελεύθεροι της προηγούμενης περιόδου, όσοι και όσες δεν χρησιμοποιούσαν μια δήθεν φιλελεύθερη ταυτότητα ως φύλο συκής του ελιτισμού και του μίσους για τις λαϊκές τάξης ή ως μετωνυμία της δεξιάς, μετατοπίζονται προς ριζοσπαστικότερες θέσεις και αντιλαμβάνονται ότι η απάντηση στο κοινωνικό ζήτημα είναι -σήμερα περισσότερο από ποτέ- προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για τη διαφύλαξη της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων. Αντιστρέφοντας τη γνωστή φράση του Νίκου Πουλαντζά για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, μπορεί κανείς σήμερα με σχετική ασφάλεια να ισχυριστεί ότι η δημοκρατία σήμερα ή θα είναι σοσιαλιστική ή δεν θα υπάρξει.
Σκέψη τρίτη: λαϊκές ανάγκες ή ταυτοτικές τοποθετήσεις;
Λέγεται συχνά ότι σήμερα, σε μια εξαιρετικά δύσκολη συνθήκη, η Αριστερά οφείλει να διαλέξει. Ή θα υπηρετήσει τις λαϊκές ανάγκες ή θα αναλώνεται σε ταυτοτικού τύπου αναζητήσεις. Πρόκειται για ένα δίλημμα που ήταν πάντα, αλλά είναι πολύ περισσότερο σήμερα, με δεδομένη την όξυνση των αδιεξόδων που συσσωρεύει ο σύγχρονος καπιταλισμός (και των οποίων η υπέρβαση επιχειρείται, για ακόμη μια φορά, μέσω του πολέμου), ψευδές.
Πρώτα απ’ όλα, η Αριστερά συγκροτήθηκε ιστορικά και συγκροτείται διαχρονικά πάνω στην αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας και είναι ταυτοτικού χαρακτήρα για την ίδια η υπηρέτηση των λαϊκών αναγκών. Η αντιπαράθεση της αριστερής ταυτότητας προς την υπηρέτηση των λαϊκών αναγκών κάτι από τα δύο δεν έχει ορίσει σωστά.
Πολύ περισσότερο σήμερα όμως, στις δεδομένες συνθήκες όξυνσης των αντιθέσεων, η ιδέα ότι μπορεί να υπηρετηθούν οι λαϊκές ανάγκες χωρίς ένα αριστερό πρόγραμμα είναι -στην καλύτερη περίπτωση- αυταπάτη (ή σκόπιμη παραχάραξη).
Το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης και της αυταρχικής διολίσθησης σήμερα δεν είναι άλλο ένα θέμα μέσα στα πολλά. Όπως τα μνημόνια την προηγούμενη δεκαετία, έτσι και σήμερα η μετατροπή της οικονομίας σε πολεμική μετασχηματίζει ριζικά το οικονομικό υπόδειγμα και περιορίζει δραστικά τα περιθώρια άσκησης της παραμικρής φιλολαϊκής πολιτικής. Η προτεραιοποίηση των στρατιωτικών δαπανών γονατίζει τους προϋπολογισμούς ακόμα και πολύ ισχυρών οικονομιών, όπως η γερμανική ή η γαλλική, και θέτει σε κίνδυνο τα κοινωνικά τους συστήματα και τα εργασιακά δικαιώματα των λαών τους. Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς τι μπορεί να κάνει, τι ήδη κάνει στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, που έχει δεχτεί τα πλήγματα μιας υπερδεκαετούς λιτότητας. Η δε αυταρχική στροφή των πολιτικών μας συστημάτων υπονομεύει τη δυνατότητα της οργάνωσης των λαϊκών και κοινωνικών αντιστάσεων, εμπεδώνει τη λογική του ισχυρού, διευρύνει το αίσθημα ματαίωσης και αδυναμίας των ανθρώπων που ασφυκτιούν.
Δεν αρκεί, επομένως, μια πολιτική δύναμη να λέει -ακόμα και αν είναι ειλικρινής ως προς αυτό- ότι θέλει να στηρίξει τον κόσμο της εργασίας και να ασκήσει μια φιλολαϊκή οικονομική πολιτική. Γιατί δεν μπορεί να υλοποιήσει την πολιτική αυτή, χωρίς να αμφισβητήσει το πλαίσιο. Θα πρέπει να απαντήσει: έρευνα για τις κοινωνικές ανάγκες ή για τους πολεμικούς σχεδιασμούς, επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές και κοινωνικά αγαθά ή δαπάνες για φρεγάτες και πολεμικά αεροπλάνα; Θα πρέπει να μιλήσει για την αποφασιστική και γενναία φορολόγηση του πλούτου, όχι μόνο ως πηγής δημοσίων εσόδων αλλά και ως εργαλείου αναδιανομής και μείωσης των ανισοτήτων. Θα πρέπει να μιλήσει για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου ως εργαλείου για την κοινωνική διάχυση των ωφελειών από την τεχνολογική πρόοδο. Θα πρέπει να πάει πέρα από τα ευχολόγια σε ό,τι αφορά τη στέγη, το κλίμα, τη δεαγενεακή αλληλεγγύη, την αξιοπρεπή εργασία, τα οποία υιοθετεί, άλλωστε, σε διακηρυκτικό είπεδο, ακόμα και η κυρίαρχη πολιτική σήμερα στην Ευρώπη, και να προωθήσει ρήξεις. Να αναγνωρίσει ότι δεν μπορεί να εκπροσωπεί τους ενοικιαστές και τους ιδιοκτήτες, τους εργαζόμενους και τους εργοδότες, την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και τις εξορύξεις ταυτόχρονα.
Δεν αρκεί μια πολιτική δύναμη να ισχυρίζεται ότι είναι με την ειρήνη, αν δεν αντιπαρατίθεται με τη βαρβαρότητα παντού. Η εκκωφαντική σιωπή για την Παλαιστίνη και για τα εγκλήματα που διαπράττει το κράτος του Ισραήλ, επειδή δήθεν τα γεωπολιτικά συμφέροντα της χώρας δεν επιτρέπουν τη ρήξη, ή η αποδοχή της πρωτοφανούς παρέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, επειδή δεν μας αρέσει ο Μαδούρο (λες και χρειάζεται να συμφωνείς με κάποιον για να πεις ότι η απαγωγή του νόμιμου ηγέτη μιας χώρας είναι κατάφωρα παράνομη), δημιουργεί ένα ανεπανόρθωτο ρήγμα στην ηθική υπόσταση των κοινωνιών μας και επιτρέπει την συλλογική μας εξαχρείωση τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας, εμπεδώνει την ιδέα ότι οι αρχές και οι αξίες είναι υπό διαπραγμάτευση, υποτάσσονται στον συσχετισμό της δύναμης ή σε κάθε είδους σκοπιμότητες και υπολογισμούς. Η υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και της ειρήνης δεν αφορά μόνο τον παγκόσμιο χάρτη, αλλά και το εσωτερικό. Απαιτεί να υπερασπιστεί κανείς με θάρρος την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών και την προώθηση της φιλίας και της συνεργασίας με την Τουρκία, τη σύγκρουση με την κυρίαρχη λογική της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Δεν αρκεί μια πολιτική δύναμη να επικαλείται τη δημοκρατία, αν δεν την υλοποιεί πρώτα έμπρακτα στο εσωτερικό της και αν δεν την πρεσβεύει αποφασιστικά σε επίπεδο πολιτικών θεσμών. Δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς συλλογικότητα, δημοκρατία τεχνοκρατών, δημοκρατία των αρχηγών, δημοκρατία αποστειρωμένη από τη σύγκρουση, δημοκρατία υπό εκβιασμό. Η δημοκρατία προϋποθέτει θεσμούς και δομές, δεν υπάρχει έξω από κόμματα και συνδικάτα. Η δημοκρατία προϋποθέτει λογοδοσία και έλεγχο της εξουσίας σε κάθε επίπεδο. Η δημοκρατία προϋποθέτει ενσώματη συμμετοχή και ενεργά υποκείμενα. Η δημοκρατία προϋποθέτει τον πολιτικό διάλογο με όρους ισοτιμίας, προϋποθέτει μηχανισμούς που προωθούν τον πολιτικό πλουραλισμό, όπως η απλή αναλογική ή η αναβάθμιση των αρμοδιοτήτων της βουλής και η αντιστροφή του όλο και πιο πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου.
Η αμφισβήτηση του καπιταλισμού ως του μόνου νοητού ορίζοντα σήμερα, η υπεράσπιση της ειρήνης και της αλληλεγγύης των λαών και η διεύρυνση και εμβάθυνση των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας δεν είναι ταυτοτικές αγωνίες. Είναι ο μόνος τρόπος σήμερα να ικανοποιηθούν ακόμα και οι ελάχιστες άμεσες λαϊκές ανάγκες.

