Απέναντι στην άγρια χαρά της καταστροφής
Στρατόπεδα και συναισθήματα σε έναν κόσμο που δεν βγάζει νόημα
Τα συναισθήματα στην πολιτική είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο έρευνας. Την περασμένη δεκαετία, στη χώρα μας τα δύο στρατόπεδα γύρω από την τότε κυρίαρχη διαίρεση - μνημόνιο και αντιμνημόνιο, λιτότητα και αντιλιτότητα - σε αδρές γραμμές δομήθηκαν και γύρω από δύο αντίρροπα συναισθήματα. Η στήριξη στο μνημόνιο συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με το συναίσθημα του φόβου: η λιτότητα πλαισιώθηκε ως το αναγκαίο κακό προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα, η χρεωκοπία, η έξοδος από το ευρώ και το χάος. Αντίθετα, την αντίθεση στα μνημόνιο -που μάλιστα δεν εκφράστηκε μόνο εκλογικά αλλά και κινηματικά, με αξιοσημείωτη ίσως και πρωτοφανή ένταση- τροφοδότησε ο θυμός: η αίσθηση ότι η κοινωνία καλείται να πληρώσει ένα βαρύ τίμημα για κάτι για το οποίο δεν ευθύνεται η ίδια.
Η κυρίαρχη διαίρεση της δικής μας εποχής…
Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να περιγράψω με μία λέξη τόσο περιεκτική όσο το δίπολο “μνημόνιο/αντιμνημόνιο” την κυρίαρχη αντίθεση σήμερα, με πολιτικούς όρους. Θα έλεγα ότι σήμερα η διαχωριστική γραμμή είναι η τοποθέτηση του καθενός και της καθεμίας γύρω από το ταχύτατο και βίαιο ξήλωμα όσων συνιστούσαν, τουλάχιστον στο δυτικό ημισφαίριο, όχι απλώς τη βάση της μεταπολεμικής κοινωνικής συνύπαρξης αλλά και της ίδιας της κληρονομιάς του δυτικού διαφωτισμού.
Η μετάβαση από το δίκαιο στην ισχύ, χωρίς πια προσχήματα, η ανοιχτή αμφισβήτηση και όχι απλώς η σταδιακή, σιωπηλή διάβρωση της δημοκρατίας, η άρση της διάκρισης του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου με την αρπαγή πόρων και τον προσωπικό πλουτισμό να μην προσπαθούν καν να κρυφτούν, με την ταύτιση του προσώπου του εκάστοτε ηγέτη με το κράτος και με την ιδιοποίηση του κράτους και των θεσμών σε μια σύγχρονη εκδοχή του l’état c’est moi είναι μερικές μόνο εκφάνσεις του φαινομένου που προσπαθώ να περιγράψω. Με όρους διπόλου, αρκετά απλουστευτικά όμως, θα μπορούσε κανείς να περιγράψει τη σημερινή διαίρεση ως αντιπαράθεση ανάμεσα στη γυμνή ισχύ αφ’ ενός και στο δίκαιο, στη δημοκρατία και στην ειρήνη αφ’ ετέρου.1
…τα στρατόπεδα…
Αν αυτή είναι, έστω και σε πολύ αδρές περιγεγραμμένη η σημερινή διαίρεση στην παγκόσμια κοινότητα και στο εσωτερικό κάθε κοινωνίας ξεχωριστά, ποια συναισθήματα, άραγε, κυριαρχούν στο ένα και στο άλλο “στρατόπεδο”;
Όσο κι αν πολλοί και πολλές δυσκολευόμαστε να το χωνέψουμε, το στρατόπεδο της γυμνής ισχύος έχει υποστηρικτές. Πολλούς. Και δεν είναι μόνο οι κερασφόροι οπαδοί του Τραμπ που εισέβαλαν πριν πέντε χρόνια στο Καπιτώλιο. Είναι πολλοί και πολλές που κυκλοφορούν ανάμεσά μας χωρίς κραυγές: όσες και όσοι θεωρούν “καλό” το ότι ο Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία και δείχνει “πυγμή” για “να σπάσει το μονοπώλιο των ΗΠΑ”, αυτοί που βλέποντας τα προπαγανδιστικά βίντεο του γερμανικού ή άλλων ευρωπαϊκών στρατών σκέφτονται μέσα τους “επιτέλους, ήρθε η ώρα η χώρα μου να ξεδιπλώσει τη δύναμή της”, εκείνες που δειλά λένε στο γραφείο το πρωί “εντάξει, δεν είμαι με τον Τραμπ, αλλά καλά τους τα είπε των Δανών, γιατί κι αυτοί δεν είναι καλός λαός”, όσοι και όσες χαίρονται που ο Τραμπ θα φέρει, δήθεν, την ειρήνη και θεωρούν “λογικό” ή “ρεαλιστικό” να επιβάλει στους Παλαιστίνιους ή στους Ουκρανούς να απεμπολήσουν κάθε δικαίωμα στην αυτοκυβέρνησή τους, στη γη τους και στους πόρους της, αυτές που θεωρούν ανεκτές τις χιλιάδες νεκρών στο Ιράν γιατί οι διαμαρτυρίες είναι “αμερικανοκίνητες”.
Και είναι και οι πολιτικοί ηγέτες της Ευρώπης -ή, έστω, η πλειοψηφία τους- που βλέπουν ως απειλή και πρόβλημα τον Τραμπ και τον Πούτιν, αλλά ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα τους ξεπεράσει πρώτος σε κυνισμό, όπως έδειξε π.χ. η διαβόητη πια δήλωση του δικού μας πρωθυπουργού για τη Βενεζουέλα, ότι “δεν είναι ώρα να μας απασχολήσει τώρα η νομιμότητα [των ενεργειών των ΗΠΑ]”. Και κυρίως, όπως έδειξε ο σφιχτός εναγκαλισμός τους με τον διεθνή εγκληματία Νετανιάχου, την ώρα που ξεδιπλώνεται μια γενοκτονία σε ζωντανή μετάδοση μπροστά στα μάτια όλου του πλανήτη.
Το ζούμε και στην Ελλάδα το στρατόπεδο αυτό, στην εσωτερική μας πολιτική. Στο στρατόπεδο της ισχύος ανήκουν όσοι και όσες από το 2019 και μετά χαίρονται που η κυβέρνηση έβαλε τέλος στην υποτιθέμενη ανομία, από τις επιχειρήσεις-σκούπα στα Εξάρχεια και στις καταλήψεις, μέχρι τα εμπόδια στις απεργίες και στις συγκεντρώσεις, την κατάργηση του ασύλου και τη θέσπιση της πανεπιστημιακής αστυνομίας. Όσοι και όσες ζητούν ακόμα περισσότερη καταστολή, ποινές και φυλακή. Όσοι και όσες κάνουν πως δεν βλέπουν -αν δεν πανηγυρίζουν κιόλας- τους πνιγμένους στις ελληνικές θάλασσες, τις επαναπροωθήσεις, την άρση των διαδικασιών ασύλου, την απάνθρωπη μεταχείριση μεταναστών και προσφύγων. Όσοι και όσες αποδέχονται τη στοχοποίηση και την απόπειρα φίμωσης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, της ερευνητικής δημοσιογραφίας, των ανεξάρτητων αρχών, της δικαιοσύνης. Όσοι και όσες αναρωτιούνται “τι φορούσε” το θύμα ενός βιασμού ή δεν βλέπουν τον λόγο να αναγνωριστεί νομικά ο όρος γυναικοκτονία.
Στην υπόθεση των υποκλοπών όλες και όλοι αυτοί είπαν “πάντα έτσι γίνεται”, “κάποια δικαιώματα θα έχουν δώσει κι αυτοί και τους παρακολουθούσαν, κάτι θα έκαναν” και “αν δεν έχουν κάνει τίποτα μεμπτό, τι τους νοιάζει ποιος ακούει τις συνομιλίες τους;”. Στα Τέμπη είπαν πως “οι ευθύνες είναι διαχρονικές” ή πως ήταν όλα ένα “ανθρώπινο λάθος” και επέμειναν πως, αν και το συμβάν ήταν “τραγικό”, στα θύματα αρμόζει να πενθήσουν σιωπηλά κι όχι να οργανώνουν συγκεντρώσεις που, δήθεν, “καπελώνει η αντιπολίτευση”. Και στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όταν είδαν κάθε είδους “Φραπέδες” και “Χασάπηδες” να θέλουν να βγάλουν από τη μέση, ακόμα και φυσικώ τω τρόπω, “ενοχλητικές” για τους ίδιους υπαλλήλους και εισαγγελείς ή να περιφρονούν με τον χυδαιότερο τρόπο την ελληνική βουλή και δικαιοσύνη, είπαν μέσα τους “μαγκιά τους!”. Και το μόνο που τους πείραξε -αν κάτι τους πείραξε- ήταν που δεν ήταν και οι ίδιοι στο κόλπο.
Το άλλο στρατόπεδο είμαστε όλες και όλοι εμείς - που θέλω να πιστεύω ότι είμαστε πλειοψηφία και ειλικρινά ελπίζω να μην κάνω λάθος. Είμαστε όσες και όσοι δεν έχουμε ακόμα παραιτηθεί από την ιδέα της ανθρώπινης συμπόνιας και αλληλεγγύης, όσες και όσοι θέλουμε να ζούμε σε έναν κόσμο με κανόνες και αξίες, σε έναν κόσμο που υπάρχει σωστό και λάθος, δίκιο και άδικο, σε έναν κόσμο που ο αδύναμος μπορεί να βρει προστασία στους συλλογικούς θεσμούς. Όσες και όσοι ανατριχιάζουμε στο άκουσμα των πολεμικών ιαχών, όσες και όσοι χάνουμε τον ύπνο μας στη θέα μικρών παιδιών που πνίγονται στη θάλασσα ή καταδικάζονται να πεθάνουν από την πείνα ή από τις βόμβες. Όσες και όσοι πιστεύουμε ακόμα ότι το να χρησιμοποιείς τα όπλα για να πλουτίσεις θεωρείται ληστεία και όχι μαγκιά, όπου το να κλέβεις είναι ντροπή και σε οδηγεί όχι μόνο στη φυλακή αλλά και στην κοινωνική απαξία. Όσες και όσοι θέλουμε τις τιμές που μας αναλογούν να τις αξίζουμε, ακόμα και το πιο μικρό μπράβο. Και επιμένουμε να πιστεύουμε ότι μια διάκριση όπως το Νόμπελ Ειρήνης (θα έπρεπε να) κερδίζεται - ούτε να παζαρεύεται, ούτε να δωρίζεται, ούτε να αποσπάται μισο-εκβιαστικά. Όσοι και όσες δεν θα λέγαμε ποτέ “ξέρεις ποιος είμαι εγώ;”, γιατί πιστεύουμε πως όλοι οι άνθρωποι έχουν ο καθένας και η καθεμιά τη δική τους προσωπική αξία.
Είμαστε εμείς που θέλουμε να ζούμε σε έναν κόσμο που η γενοκτονία είναι γενοκτονία, η εισβολή είναι εισβολή και η απαγωγή είναι απαγωγή, όποιος κι αν τη διαπράττει. Σε έναν κόσμο που οι ευθύνες για τον θάνατο δεκάδων ανθρώπων ή για την ιδιοποίηση εκατοντάδων εκατομμυρίων αποδίδονται σε όποιον ανήκουν, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται. Σε έναν κόσμο που οι λέξεις έχουν ακόμα νόημα και οι πράξεις συνέπειες. Που υπάρχει οργανωμένη κοινωνία με τους θεσμούς της. Που η δημοκρατία, με τις πολλές αδυναμίες της σήμερα, παραμένει αυταξία. Και που υπάρχει και λίγη έστω ευπρέπεια, βρε αδερφέ. Λίγη ντροπή.
Όσες και όσοι δεν θέλουμε να μπούμε κι εμείς “στο κόλπο”, δεν θέλουμε να κλέψουμε ή να πιάσουμε την καλή, θέλουμε απλά να δουλέψουμε και να ζήσουμε με αξιοπρέπεια. Όσες και όσοι δεν θέλουμε ούτε να αδικήσουμε ούτε να μας αδικήσουν, ούτε να εκμεταλλευτούμε ούτε να μας εκμεταλλευτούν, αλλά μόνο να ζήσουμε ειρηνικά και με στοιχειώδη αλληλεγγύη ο ένας για την άλλη. Όσοι και όσες, χωρίς μεγαλόστομες κορώνες, αγαπάμε τη χώρα μας γιατί αγαπάμε τους ανθρώπους της και σεβόμαστε τους θεσμούς της, γιατί βλέπουμε σε αυτή την κοινότητα στην οποία δεν μας έλαχε απλά, αλλά συνειδητά και ενεργά ανήκουμε. Και μπορούμε να την αγαπάμε αυτοτελώς, χωρίς ανάγκη να μισούμε τις χώρες των άλλων.
…και τα συναισθήματα.
Το πρόβλημα είναι ότι το στρατόπεδο της ισχύος, όχι απλώς δεν έχει αναστολές, αλλά κινητοποιείται και από ένα εξαιρετικά ισχυρό συναίσθημα. Έχει καύλα. Οι άνθρωποι που ανήκουν στο στρατόπεδο αυτό πραγματικά γουστάρουν στη θέα της φρίκης, η πυγμή λειτουργεί διεγερτικά. Βλέποντας τους περισσότερο ή λιγότερο ισχυρούς αυτού του κόσμου να προβάλουν απροκάλυπτα πια τη δύναμή τους, να επιβάλουν τη θέλησή τους στα πάντα, φαντασιώνονται ότι λίγη από τη δύναμη αυτή μεταβιβάζεται και στους ίδιους - και πράγματι, σε έναν κόσμο χωρίς κανόνες, χωρίς ηθική, ασκούν κι εκείνοι ίσως ένα μικρό κομμάτι δύναμης σε εκείνους που είναι μισό σκαλοπάτι παρακάτω, μια σταλιά πιο αδύναμοι από τους ίδιους.
Από την άλλη πλευρά, το στρατόπεδο ημών των υπολοίπων βρίσκεται σε σοκ. Σε έναν κόσμο που με σφοδρότητα αμφισβητούνται τα πάντα, έχουμε χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μας. Κι έτσι δεν βρίσκουμε κάποιο σταθερό σημείο να πατήσουμε, ώστε να υψώσουμε ανάστημα. Να πούμε “ως εδώ”. Γιατί, έχει αλλάξει πια το πλαίσιο, δεν έχουμε ένα κοινό σημείο αναφοράς, δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα. Αν δεν υπάρχουν αξίες, δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχει δημοκρατία, δεν υπάρχει καν πολιτικό κόστος, τότε το να σηκωθείς αγανακτισμένος και να φωνάξεις “αυτό που κάνεις είναι λάθος” δεν έχει κανένα νόημα. (Άλλωστε, το κείμενο αυτό ήταν το αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης ότι δεν έχω κουράγιο να γράψω, δεν βρίσκω το νόημα να γράψω - κι ας γίνονται σημεία και τέρατα γύρω μας).
Στο δικό μας στρατόπεδο κυριαρχεί μια σαστιμάρα. Έχουμε παγώσει γιατί αδυνατούμε να πιστέψουμε αυτό που συμβαίνει. Πνευματικά και διανοητικά παιδιά του 20ου αιώνα, προσπαθούμε να υπάρξουμε στον 21ο αιώνα και καταλαβαίνουμε πως τίποτα απ’ όσα είπαμε παλιά δεν ισχύει, για να παραφράσω τον Μάρκο Μέσκο. Επικαλούμαστε κανόνες και αξίες απέναντι στην άγρια χαρά της δύναμης. Προσπαθούμε να σταθούμε σε έναν κόσμο που καταρρέει, να βγάλουμε νόημα εκεί που το νόημα έχει χαθεί. Μιλάμε πολύ, κυρίως μεταξύ μας. Γράφουμε πολύ - εγώ περισσότερο απ’ όλους. Χάνουμε τον ύπνο μας. Υποφέρουμε, πραγματικά. Κάποτε και ενσώματα. Δεν μπορώ να το πιστέψω…
Μόνο που τα συναισθήματα αντανακλούν και στη συμπεριφορά, επιστρέφουν πίσω στον πραγματικό κόσμο που μας τα γέννησε. Κι όσο εμείς μένουμε παγωμένοι στη θέση μας, προσπαθώντας να καταλάβουμε “πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή”, που έγραψε κι ο Μάνος Ελευθερίου, οι άλλοι προχωράνε αφηνιασμένοι. Γιατί η χαρά κινητοποιεί. Ακόμα κι αν πρόκειται για τη χαρά της καταστροφής.
Και σιγά σιγά “εμείς” γινόμαστε όλο και πιο σιωπηλοί, όλο και πιο λίγοι. Σηκώνουμε τα χέρια ψηλά. Αποσυρόμαστε από τον κόσμο που δεν μπορούμε πια να καταλάβουμε, από τον κόσμο που δεν αντέχουμε πια να βλέπουμε και πάμε να πενθήσουμε κατά μόνας τον κόσμο που χάθηκε (αν υπήρξε ποτέ - αλλά αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία…).
Κι αν τα γράφω όλα αυτά είναι για να πω πρώτα στον εαυτό μου ότι πρέπει να ξεπαγώσει - πριν να είναι αργά. Κόντρα στο εύλογο συναίσθημα του σοκ, να ξαναπιστέψει στα μάτια και στο μυαλό του. Να κοιτάξει γύρω του, να δει όλες και όλους τους άλλους, τις πολλές και τους πολλούς. Να πειστεί ότι το να μιλάς για το δίκιο, για τη δημοκρατία και για την ειρήνη δεν είναι ούτε αφελές ούτε ανώφελο. Να νιώσει πως την πραγματική δύναμη την έχουμε, ακόμα, εμείς. Και την πραγματική καύλα. Αυτή της δημιουργίας…
Ορθά χρησιμοποιείται όλο και από περισσότερους πλέον ο όρος ιμπεριαλισμός. Τον αποφεύγω εδώ απλώς και μόνο γιατί στην τρέχουσα χρήση του -εκτός του μαρξιστικού εννοιολογικού πλαισίου- ο όρος αυτός γίνεται αντιληπτός ως εάν να αφορά μόνο τις διακρατικές σχέσεις και εδώ θέλω να μιλήσω ταυτόχρονα για τη διεθνή και την εθνική πολιτική.

