Εκείνο λοιπόν τον καιρό, όπως σε κάθε δύσκολο καιρό, ήταν πολλοί εκείνοι που βγήκαν απ’ το πετσί τους.
Ιάκωβος Καμπανέλλης, Το Μεγάλο μας Τσίρκο (1972)

Τις τελευταίες μέρες πολλοί και πολλές “βγήκαν απ’ το πετσί τους”. Από τον Πάνο Ρούτσι, που αποφάσισε να βάλει σε κίνδυνο την υγεία και ίσως τη ζωή του, προκειμένου να μάθει την αλήθεια για το παιδί του, ένα από τα παιδιά του τρένου των Τεμπών, για τα οποία περισσότερο από δύο χρόνια τώρα δεν έχει μείνει άνθρωπος που να μη φωνάξει για αλήθεια και δικαιοσύνη. Ως εκείνες και εκείνους που ανέβηκαν στα πλοία προσπαθώντας να σπάσουν τον παράνομο αποκλεισμό της Γάζας, για να πιέσουν να τερματιστεί η γενοκτονία, ξέροντας πόσα ρισκάρουν βάζοντάς τα με μια από τις ισχυρότερες πολεμικές μηχανές του κόσμου.
Οι αγκαλιές για τους γονείς των Τεμπών και τον Πάνο Ρούτσι μπερδεύτηκαν στους δρόμους της Αθήνας με τις παλαιστινιακές σημαίες. Πολλοί και πολλές μέτραγαν στο ένα χέρι τις μέρες της απεργίας πείνας του πρώτου και στο άλλο τα ναυτικά μίλια που απέμεναν μέχρι τα πλοία να φτάσουν στη Γάζα. Κράταγαν τις ανάσες τους, να μείνουν οι άνθρωποί τους όρθιοι και σώοι. Και μαζεύονταν κάθε απόγευμα στο Σύνταγμα, κατασκήνωναν μπροστά στον “Άγνωστο Στρατιώτη”, έκαναν πορείες, μαζεύονταν μέσα στη νύχτα έξω από το Υπουργείο Εξωτερικών, έφτιαχναν πανό, έτρεχαν στο αεροδρόμιο να ανοίξουν αγκαλιές σε δικούς και ξένους που γύρισαν από την άδικη φυλακή.
Το αίτημα κοινό: δικαιοσύνη. Και η μέθοδος κοινή: αγώνας ενσώματος.
[* Αγώνας που -τυχαία;- δικαιώθηκε κιόλας, τουλάχιστον κατ’ αρχήν και στον βαθμό που μπορεί να υπάρξει δικαίωση μέσα σε αυτόν τον πολλαπλό ζόφο: η ελληνική δικαιοσύνη διέταξε την εκταφή του Ντένις Ρούτσι, ενώ στην Παλαιστίνη η συμφωνία Ισραήλ-Χαμάς επιτρέπει για πρώτη φορά εδώ και καιρό κάποια, εξαιρετικά συγκρατημένη, αισιοδοξία, έστω και τώρα.]
Οι άνθρωποι αυτοί, όλοι αυτοί, από εκείνους που βγήκαν μπροστά ρισκάροντας την υγεία, την ασφάλεια και τη ζωή τους, μέχρι τον καθέναν και την καθεμία που άφησε έστω για μια ώρα τα χιλιάδες τρεχάματα μιας δύσκολης καθημερινότητας για να βρεθεί δίπλα τους, έχουν ένα κοινό: τα σώματά τους βρέθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο. Αγκαλιάστηκαν τη στιγμή που κάποιος λύγισε, μπήκαν μπροστά για να προστατέψουν η μία τον άλλο, όταν κάποιος τους επιτέθηκε, φώναξαν μαζί, ξενύχτησαν μαζί.
Ναι, η “κοινή γνώμη”, οι “πολλοί”, η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία ή εκείνες και εκείνοι που εκδηλώνουν τη στήριξή τους σε έναν σκοπό -από τις δημοσκοπήσεις παλιότερα μέχρι τα social media σήμερα- προφανώς και μετράνε. Είναι άλλωστε εκείνες και εκείνοι που κατεξοχήν αφορούν την όποια εξουσία, που βλέπει μπροστά της μόνο κάλπες. Όλοι και όλες εμείς που τις μέρες αυτές μείναμε σπίτι μας, εγκλωβιστήκαμε στην καθημερινότητα και περιοριστήκαμε σε κάποιο post ή σε μερικά μόνο likes, μετρήσαμε. Μετράμε. Μόνο που την τομή, το γεγονός εκείνο το οποίο μετά εμείς οι πολλές και οι πολλοί θα αποδοκιμάσουμε ή θα στηρίξουμε από το πληκτρολόγιό μας, το δημιούργησαν εκείνοι οι λίγοι. Εκείνος που κατασκήνωσε μπροστά στη Βουλή, εκείνες και εκείνοι που ανέβηκαν στα καράβια, εκείνες και εκείνοι που βγαίνουν τόσες μέρες καθημερινά στους δρόμους.
Και κυρίως, στις κρίσιμες στιγμές που αλλάζουν την ιστορία, τότε μόνο τα σώματα μετράνε. Για ό,τι έχει σημασία, από τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα μέχρι τους υπέρ βωμών και εστιών πολέμους, από τις μεγαλύτερες δημοκρατικές και κοινωνικές επαναστάσεις μέχρι την ανατροπή στυγερών δικτατοριών και τους αντιφασιστικούς αγώνες, από τις τοπικές αντιστάσεις στην καταστροφή του περιβάλλοντος μέχρι τα παγκόσμια κινήματα για την ειρήνη ή την κοινωνική δικαιοσύνη, από τις νεανικές εξεγέρσεις μέχρι την κοινωνική αλληλεγγύη στις γειτονιές, σε τελική ανάλυση, πάντα μετρούσαμε και πάντα θα μετράμε σώματα.

Αν τα γράφω όλα αυτά, δεν είναι για να ανακεφαλαιώσω όσα έγιναν τις μέρες αυτές. Αλλά ως μια κρίσιμη υπενθύμιση για την πολιτική. Όσο κι αν η εργασία, η επικοινωνία, η διασκέδαση, ακόμα και ο έρωτας, γίνονται πλέον όλο και πιο απομακρυσμένα, ψηφιακά, απρόσωπα, απέναντι από κάθε οθόνη κάθονται, τελικά, άνθρωποι. Άνθρωποι με σώματα. Που πεινάνε, που διψάνε, που φοβούνται, που πονάνε, που επιθυμούν, που κουράζονται, που δέρνονται, που φυλακίζονται. Σώματα που περπατούν, τρέχουν, φωνάζουν, υψώνουν γροθιές, αγκαλιάζουν, προστατεύουν.
Κι αυτό, το σώμα, το άγγιγμα, είναι ο τρόπος -ακόμα τουλάχιστον- μέσω του οποίου οι άνθρωποι, όπως και τα περισσότερα ζώα άλλωστε, αναγνωρίζουν τους ομοίους τους. Η συνύπαρξη, το ένα σώμα δίπλα στο άλλο, δημιουργεί την οικειότητα. Φτιάχνει κοινότητες. Χτίζει αλληλεγγύη. Νικάει τον φόβο. Δίνει δύναμη. Όταν βρισκόμαστε δίπλα-δίπλα, δεν φέρουμε απλά εις πέρας ένα καθήκον. Δεν ανταλλάζουμε απλά απόψεις. Μοιραζόμαστε έναν σκοπό. Χτίζουμε κοινές αξίες. Βιώνουμε κοινά συναισθήματα. Δημιουργούμε κοινές αναμνήσεις.

Αν σήμερα κυριαρχεί η ακροδεξιά, αυτό οφείλεται (και) στην επιτυχία της να διχάζει, πατώντας πάνω στο υπόστρωμα του φόβου: να στρέφει τους επισφαλείς εναντίον όσων έχουν σταθερή δουλειά, τους ντόπιους εναντίον των μεταναστών, τους παλιούς ενταγμένους μετανάστες εναντίον των νεοφερμένων, τους άνδρες εναντίον των γυναικών, τις γυναίκες εναντίον των τρανς και η λίστα δεν έχει τέλος. Με τον τρόπο αυτό καταφέρνει να συσκοτίζει πραγματικές αντιθέσεις, πραγματικές σχέσεις καταπίεσης και εκμετάλλευσης πίσω από αυτό που ονομάζεται “πόλεμοι ταυτοτήτων”. Κι αν υπάρχει σήμερα μια μεγάλη πρόκληση αυτή είναι, αντίστροφα, να ξαναβρούμε την αλληλεγγύη των “από κάτω”. Να αναγνωρίσουμε ότι μπορεί να είμαστε διαφορετικές/οί, μπορεί να έχουμε διαφορετικά αιτήματα, ωστόσο μπορούμε να αγωνιζόμαστε μαζί, όχι γιατί ο αγώνας σου είναι και δικός μου, αλλά γιατί στέκομαι δίπλα σου αλληλέγγυος/α. Μπορούμε να παλεύουμε όλοι και όλες μαζί για δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία, ακόμα κι αν τμήματα αυτού του αγώνα δεν μας αφορούν προσωπικά.
Μόνο που αυτού του είδους η αλληλεγγύη θέλει χρόνο και διαπροσωπική ανταλλαγή. Θέλει, με άλλα λόγια, σώματα. Φυσικούς και κοινωνικούς χώρους που τα σώματα αυτά θα συναντηθούν - από τη δουλειά ή την πλατεία της γειτονιάς μέχρι τον σύλλογο, το σωματείο ή την πολιτική οργάνωση. Όχι από κάποια νοσταλγία για την προ ψηφιακών εργαλείων εποχή ούτε από αδιαφορία για τη σημασία και τον ρόλο των εργαλείων αυτών. Αλλά γιατί οι άνθρωποι παραμένουν και θα παραμείνουν υλικοί. Το ίδιο και η πολιτική.


