Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη μια νίκη, το καταλαβαίνω. Η ανθρώπινη ζωή κρατάει λίγο κι η κοινωνική αλλαγή πολύ. Άσε που, αν έχουμε δίκιο για τη μαυρίλα που μας κυκλώνει, αν έχουμε δίκιο όταν προειδοποιούμε για την καταστροφή της φύσης, την αύξηση της ανισότητας, τη διάβρωση της δημοκρατίας, τότε το ερώτημα φεύγει από τη σφαίρα του προσωπικού συναισθήματος και της ανάγκης να ελπίσουμε σε κάτι, να χαρούμε με κάτι και εισέρχεται στο πεδίο της συλλογικής ευθύνης: έχουμε το δικαίωμα να μην προσπαθήσουμε για τη νίκη αυτή;
Οπότε, από αυτή την άποψη, είναι παραπάνω από λογικό, ότι χαιρόμαστε με τις νίκες των άλλων, των φίλων, των ομοϊδεατών μας ανά τον κόσμο. Εκτός που -όπως έλεγε η μάνα μου- “η χαρά που μοιράζεται είναι διπλή χαρά” (και “η λύπη που μοιράζεται είναι μισή λύπη” - αλλά ας αφήσουμε τώρα τις λύπες), οι νίκες των άλλων μας δίνουν και κουράγιο: αν κάποιοι άλλοι σαν εμάς κάπου αλλού τα κατάφεραν, τότε μπορούμε κι εμείς.
Κι έτσι, είναι επίσης παραπάνω από λογικό το ότι σχεδόν αυτόματα γεννιέται μέσα μας το ερώτημα: πώς μπορούμε να κάνουμε κι εμείς το ίδιο με εκείνους, για να νικήσουμε κι εμείς, όπως εκείνοι; Μήπως να φτιάξουμε ένα Λαϊκό Μέτωπο, όπως οι Γάλλοι; Μήπως να βρούμε κι εμείς έναν Ζόραν Μαμντάνι, όπως οι Αμερικάνοι; Ή, έστω, μια Χάιντι Ράιχινεκ, όπως οι Γερμανοί; Να κάνουμε μια καμπάνια για τα λεωφορεία κι εμείς; Ή μήπως ένα app για τη στέγη;
Ψάχνουμε -και δικαιολογημένα- απεγνωσμένα για ένα manual.
Κάπου εδώ όμως συνήθως αρχίζει το πρόβλημα: Γιατί βιαζόμαστε, γιατί λειτουργούμε υπό πίεση και στηριζόμαστε σε αφηρημένες εντυπώσεις, αντί να προσπαθήσουμε πράγματι να καταλάβουμε. Γιατί προσπαθούμε να απομονώσουμε ένα στοιχείο από την εμπειρία μιας ολόκληρης χώρας, ενός κόμματος, μιας καμπάνιας -συνήθως εκείνο που ταιριάζει στις ήδη προδιαμορφωμένες απόψεις μας για τα ελληνικά πράγματα- και να το γενικεύσουμε ως το ευαγγέλιο της επιτυχίας. Κι έτσι, καταλήγουμε να βάζουμε το manual στο Google translate, οπότε οι…οδηγίες βγαίνουν στα αλαμπουρνέζικα.
Γιατί, η μεταφορά της εμπειρίας από μία χώρα, ένα πλαίσιο, μία εκλογική αναμέτρηση σε μια άλλη, είναι διαδικασία μετάφρασης. Ο Γκράμσι στα Τετράδια της Φυλακής -μελετώντας το ζήτημα της ηγεμονίας- θέτει το θέμα της μεταφρασιμότητας: επισημαίνει, δηλαδή, ότι διαφορετικές φιλοσοφίες και κοσμοαντιλήψεις, αν και έχουν γεννηθεί μέσα σε πολύ διαφορετικά ιστορικά πλαίσια, είναι μεταξύ τους αμοιβαία μεταφράσιμες αν μπορούν να αναχθούν σε ένα κοινό γενικότερο σημαινόμενο - στη βάση του οποίου μπορεί, ακριβώς να οικοδομηθεί η ηγεμονία.
Κάπως έτσι, και για τη μεταφορά της πολιτικής εμπειρίας και των στρατηγικών επιλογών από ένα πλαίσιο σε ένα άλλο, έχουμε ανάγκη τα εργαλεία της μετάφρασης. Αν ο ελληνικός εξαιρετισμός δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, αν το να ξανα-εφευρίσκουμε συνεχώς τον τροχό είναι βλακώδες και άσκοπο, εξίσου λάθος είναι το να αντιγράφουμε μηχανικά παραδείγματα άλλων χωρών και εγχειρημάτων. Αντίθετα, η διαδικασία της μετάφρασης -ως όχι μόνο διανοητική, αλλά και πολιτική, εκτός των άλλων, διαδικασία- είναι αυτή που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε σε βάθος, να αξιοποιήσουμε δημιουργικά και να εντάξουμε αρμονικά στη δική μας εμπειρία τα μαθήματα από τις εμπειρίες των άλλων.
Ας δούμε μερικά συχνά λάθη και παραλείψεις, περισσότερο ως παράδειγμα και λιγότερο ως προσπάθεια να φτιαχτεί ένας “οδηγός μετάφρασης”.
Παράδειγμα 1ο: Ξεχνάμε το θεσμικό πλαίσιο
Ναι, οι θεσμοί και οι νόμοι βυθίζουν τους περισσότερους ανθρώπους σε χασμουρητά, ναι, το να μιλάς για το τι προβλέπει σε κάθε περίπτωση το σύνταγμα ή ο νόμος συνήθως σε κάνει βαρετό και σε εκθέτει στην κατηγορία περί “τυπολατρίας” και “φορμαλισμού”, αλλά μαντέψτε: οι θεσμοί, εξ ορισμού, χαρακτηρίζονται από σταθερότητα. Άρα, είναι αυτοί που διαμορφώνουν το πλαίσιο, θέτουν το όριο των δυνατοτήτων του τι μπορεί και δεν μπορεί να κάνει κανείς κάθε φορά, αντιστέκονται στην αλλαγή, παράγουν νομιμοποίηση και ούτω καθεξής. Όποιος λοιπόν δεν βλέπει το πλαίσιο που διαμορφώνουν σε κάθε περίπτωση οι θεσμοί, είναι πολύ πιθανόν απλά να ετοιμάζεται να πάρει φόρα και να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο.
Ας πούμε, έχουμε από την περίπτωση του Βερολίνου και της Βιέννης, μερικές πολύ ενδιαφέρουσες εμπειρίες για τη στεγαστική πολιτική, έχουμε στο Ζάλτσμπουργκ και στο Γκρατς δημάρχους που κάνουν εντυπωσιακή κοινωνική πολιτική, έχουμε στο Παρίσι την εμπειρία από την ανάκτηση από τον δήμο του ελέγχου του νερού. Αν θελήσουμε όμως να μεταφέρουμε τα παραδείγματα αυτά στην Ελλάδα, το πρώτο στο οποίο θα προσκρούσουμε θα είναι το ότι η αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα δεν έχει τέτοιες αρμοδιότητες. Άρα, θα πρέπει να σκεφτούμε το πολιτικό πλαίσιο στη χώρα μας και να επιλέξουμε: θα αγωνιστούμε για μεταφορά περισσότερων αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση, θα προσαρμόσουμε το παράδειγμα ώστε οι πολιτικές αυτές να ασκηθούν στην ελληνική περίπτωση από το κράτος - και πώς; Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά έχει και άμεσες πολιτικές προεκτάσεις, ανάλογα με την πολιτική πραγματικότητα κάθε χώρας: για παράδειγμα, στην Αυστρία, με ισχυρή αυτοδιοικητική παράδοση, το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι επί δεκαετίες εκτός βουλής, αλλά βρίσκεται στη διοίκηση δύο αρκετά μεγάλων πόλεων (Γκρατς και Ζάλτσμπουργκ), ενώ στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και στην κορύφωση της εκλογικής του απήχησης σε εθνικό επίπεδο, συνέχισε να υπολείπεται σημαντικά σε τοπική δύναμη (π.χ. το 2019, έλαβε 31,5% στις εθνικές, 20,2% στις περιφερειακές και 17,2% στις δημοτικές εκλογές αντίστοιχα).
Ακόμα σημαντικότερη βέβαια είναι η επίδραση του πολιτεύματος και της θεσμικής αρχιτεκτονικής κάθε χώρας - και πολύ περισσότερο βέβαια του εκλογικού συστήματος. Για παράδειγμα, είναι άλλο το πλαίσιο στο οποίο διεξάγονται οι βουλευτικές εκλογές σε μια προεδρική δημοκρατία (όπως π.χ. οι ΗΠΑ ή η Γαλλία) και άλλο σε μια χώρα με κοινοβουλευτικό σύστημα (όπως π.χ. η Γερμανία) αλλά και με ισχυρά πρωθυπουργοκεντρικά χαρακτηριστικά (όπως π.χ. η Ελλάδα). Στην πρώτη περίπτωση, η “μητέρα των μαχών” είναι οι προεδρικές εκλογές, που έχουν και έντονα προσωποκεντρικά στοιχεία και υψηλό βαθμό εκλογικής πόλωσης μεταξύ των “φαβορί”, ενώ στις βουλευτικές εκλογές έχουν την πρωτοκαθεδρία τα κόμματα και οι υποψήφιοι βουλευτές, με το πρόσωπο του πρωθυπουργού είτε να μην υπάρχει καθόλου (βλ. ΗΠΑ) είτε να αποφασίζεται εκ των υστέρων ανάλογα με τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και με καθοριστική επιρροή του προέδρου (βλ. Γαλλία). Στη δεύτερη περίπτωση, παράλληλα προς τα κόμματα και τους υποψήφιους βουλευτές (που κι εδώ είναι διαφορετική η περίπτωση που εκλέγονται με κλειστή λίστα ή με “σταυρό”), καθοριστικό ρόλο παίζουν οι επικεφαλής των κομμάτων, καθώς ταυτόχρονα είναι και οι υποψήφιοι πρωθυπουργοί (καγκελάριοι, στην περίπτωση της Γερμανίας).
Αντίστοιχα, ο σχεδιασμός του εκλογικού συστήματος είναι σχεδόν αυταπόδεικτο ότι επηρεάζει τη δομή του κομματικού συστήματος και τις στρατηγικές των κομμάτων. Σε χώρες με ισχυρά πλειοψηφικό σύστημα (δηλαδή με μονοεδρικές περιφέρειες όπου ο πρώτος κερδίζει την έδρα, με βάση την αρχή “first past the post”, ανεξαρτήτως πλειοψηφίας κ.λπ.), το κομματικό σύστημα τείνει να είναι ισχυρά δικομματικό, όπως στις περιπτώσεις του ΗΒ ή των ΗΠΑ. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις “σίγουρων” περιφερειών, το να πάρει κανείς το χρίσμα από το κόμμα που είναι ισχυρό στην περιφέρεια αυτή ισοδυναμεί σχεδόν με διορισμό στο βουλευτικό αξίωμα, γι’ αυτό και η επιλογή των υποψηφίων έχει ιδιαίτερη σημασία, συνήθως δε -κυρίως στις ΗΠΑ- γίνεται μέσω ανοιχτών προκριματικών εκλογών για κάθε κόμμα.
Λόγω δε της δομής του εκλογικού-και κατ’ επέκταση του πολιτικού- συστήματος είναι παλιό το φαινόμενο πολιτικές ομάδες και οργανώσεις διαφορετικών αποχρώσεων, να επιλέγουν να ενταχθούν σε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, αντί να κατέβουν αυτόνομα σε εκλογές, ώστε να αυξήσουν την επιρροή τους και την πιθανότητα να εκλέξουν κάποιους αξιωματούχους. Με άλλα λόγια, στις περιπτώσεις αυτές του ισχυρού δικομματισμού, η πολιτική και ιδεολογική διαπάλη, που στις χώρες με αναλογικά εκλογικά συστήματα αποτυπώνεται στον πολυκομματισμό, μεταφέρεται στο εσωτερικό των μεγάλων κομμάτων. Και μάλιστα όχι με εν κρυπτώ “φραξιονισμό”, αλλά με ανοιχτή δημόσια αποτύπωση: ας θυμηθούμε το “Momentum” που στήριξε τον Τζέρεμι Κόρμπιν εντός του Εργατικού Κόμματος, τους Democratic Socialists of America, στους οποίους ανήκουν μεταξύ άλλων η Αλεξάντρια Οκάζιο Κορτέζ, η Ρασίντα Τλάιμπ, αλλά και ο Ζόραν Μαμντάνι, και συσσωματώσεις όπως το Congressional Progressive Caucus, που ίδρυσε ο Μπέρνι Σάντερς τη δεκαετία του 1990 και μέχρι σήμερα συγκεντρώνει την αριστερή πτέρυγα των αιρετών του Δημοκρατικού Κόμματος στο Κογκρέσο, αλλά και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος το κίνημα Tea Party, που έδρασε εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις ΗΠΑ.

Αυτό δεν ισχύει στις περιπτώσεις των αναλογικών εκλογικών συστημάτων, που ευνοούν αντίστοιχα και τη δημιουργία πολυκομματικών συστημάτων, έστω και με δύο κυρίαρχους πόλους. Στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπου τα εκλογικά συστήματα είναι περισσότερο ή λιγότερο αναλογικά, η πολιτική διαφοροποίηση εκφράζεται και μέσα από διαφορετικά πολιτικά κόμματα, ενώ η συνεργασία συνήθως έρχεται εκ των υστέρων, με τη διαμόρφωση συμμαχικών κυβερνήσεων, κάποτε κατά περίπτωση ή σε άλλες περιπτώσεις μέσω περίπου σταθερών ιστορικά συμμαχιών μεταξύ συγγενών κομμάτων. Κι εδώ, φυσικά, μικρές διαφορές επηρεάζουν την κομματική στρατηγική: το γεγονός π.χ. ότι στη Γαλλία ισχύει ένα εκλογικό σύστημα δύο γύρων βασισμένο σε μονοεδρικές περιφέρειες, σημαίνει ότι τα κόμματα -αν θέλουν να μεγιστοποιήσουν την κοινοβουλευτική παρουσία τους- είναι σχεδόν υποχρεωτικό να συνεργαστούν πριν τις εκλογές και να κατέβουν υπό κοινή ομπρέλα, αποσύροντας αμοιβαία τους υποψήφιούς τους στις επιμέρους περιφέρειες. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, η προεκλογική συνεργασία έχει (θεσμικά) νόημα μόνο σε δύο περιπτώσεις: αν ένα ή περισσότερα κόμματα δεν πρόκειται να πιάσουν το όριο του 3% και άρα χωρίς τη συνεργασία θα μείνουν εκτός βουλής ή/και αν υπάρχει δυναμική κατάληψης της πρώτης θέσης, οπότε -και υπό την προϋπόθεση ότι η συνεργασία θα λάβει τη μορφή ενιαίου κόμματος, γιατί ο εκλογικός νόμος “τιμωρεί” τους συνασπισμούς- είναι σημαντικό το ποιος θα λάβει το μπόνους των κοινοβουλευτικών εδρών που προβλέπεται. Αντίθετα, κόμματα μεσαίου μεγέθους που δεν κινδυνεύουν να μείνουν εκτός βουλής και δεν ελπίζουν να έρθουν στην πρώτη θέση, δεν έχουν κίνητρο βάσει του εκλογικού συστήματος να συμφωνήσουν προεκλογικά σε συνεργασία.
Παράδειγμα δεύτερο: Ξεχνάμε την πολιτική συγκυρία
Αν το θεσμικό πλαίσιο αντιπροσωπεύει τις σταθερές κάθε χώρας και περίπτωσης, εξίσου καθοριστικό είναι το μεταβλητό σκέλος, η εκάστοτε πολιτική συγκυρία, την οποία πρέπει να λαμβάνει κανείς υπόψη του όταν επιχειρεί να μεταφράσει ένα παράδειγμα στα καθ’ ημάς.
Το πιο χαρακτηριστικό ίσως ερώτημα είναι το τι ακριβώς έχουμε σε κάθε περίπτωση να αντιμετωπίσουμε. Για παράδειγμα, στις βουλευτικές εκλογές του 2024 στη Γαλλία το διακύβευμα ήταν αν θα σχηματιστεί ή όχι κυβέρνηση της ακροδεξιάς, καθώς στις ευρωεκλογές που είχαν μόλις προηγηθεί το κόμμα της Μαρίν Λεπέν ήρθε για πρώτη φορά πρώτο σε ψήφους. Έτσι, η επιλογή των κομμάτων της ευρύτερης Αριστεράς να συνεργαστούν ήρθε ως απάντηση -όπως μαρτυρά, άλλωστε, και το όνομα “Νέο Λαϊκό Μέτωπο”- σε μια συνθήκη έκτακτης ανάγκης και με μόνο -ή, πάντως, βασικό- γνώμονα την ανακοπή του δρόμου της ακροδεξιάς προς την εξουσία και κατόπιν ισχυρής πίεσης των “από κάτω”, που βγήκαν κυριολεκτικά στον δρόμο. Μια επιλογή που δικαιώθηκε, αφού το Νέο Λαϊκό Μέτωπο ήρθε στην πρώτη θέση.

Αντίθετα, στη Γερμανία, όπου όχι μόνο το κεντροδεξιό CDU/CSU, αλλά σε μεγάλο βαθμό και τα υπόλοιπα mainstream “προοδευτικά” κόμματα, υιοθέτησαν την προσέγγιση του ακροδεξιού AfD, ειδικά στα θέματα μετανάστευσης, το Die Linke επέλεξε να οξύνει τους τόνους (ας μην ξεχνάμε τη viral ομιλία της Χάιντι Ράιχινεκ στη Βουλή, όπου κάλεσε “στα οδοφράγματα” απέναντι στην ακροδεξιά, η οποία σηματοδότησε την αρχή της ραγδαίας εκλογικής ανόδου του κόμματος) και να διαφοροποιηθεί από το σύνολο των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων - και σωστά, όπως αποδείχθηκε, αφού κατόρθωσε να προβάλει ως η μοναδική πραγματικά αντιφασιστική δύναμη και πραγματικά δημοκρατική εναλλακτική, συσπειρώνοντας πολλούς από τους ψηφοφόρους που ανησύχησαν από τη σύγκλιση CDU/CSU και AfD και απογοητεύτηκαν από τη στάση των άλλων κομμάτων (όπως π.χ. μεγάλο τμήμα ιδίως των νέων σε ηλικία υποστηρικτών των Πρασίνων). Ταυτόχρονα, το Die Linke πρόβαλε μια σαφή αριστερή και κοινωνική ατζέντα σε θέματα όπως η στέγη, απαντώντας με επιτυχία σε δύο στοιχεία: αφ’ ενός το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την προηγούμενη δεκαετία, η τρέχουσα ενεργειακή και πληθωριστική κρίση, ασκεί πραγματικές και έντονες πιέσεις στο επίπεδο ζωής των Γερμανών, αφ’ ετέρου το γεγονός ότι οι βασικοί “ανταγωνιστές” του, θεωρητικά, στο πεδίο αυτό, οι Σοσιαλιστές και, δευτερευόντως, οι Πράσινοι, ήταν η απερχόμενη κυβέρνηση και είχαν πραγματοποιήσει μια μεγάλη στροφή, εγκαταλείποντας τις προτεραιότητες των λαϊκών στρωμάτων που εκπροσωπούσαν ως τότε.
Στην Αμερική, με τον Τραμπ να επιτίθεται βάναυσα σε θεμελιώδη δικαιώματα και να διαλύει ακόμα και τον πυρήνα των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα, αλλά και με το Δημοκρατικό Κόμμα σε προφανές αδιέξοδο και εκκωφαντική αμηχανία, μετά από πολλά χρόνια σταδιακής απομάκρυνσης από την κοινωνική του βάση, με υποψηφιότητες όπως αυτές της Χίλαρι Κλίντον ή της Καμάλα Χάρις, η ανάγκη όχι απλώς για μια νίκη, αλλά για μια νίκη με σαφές πολιτικό πρόσημο, που θα αποδείκνυε ότι το παιχνίδι δεν έχει χαθεί και ότι η διέξοδος βρίσκεται στην Αριστερά, ήταν παραπάνω από επιτακτική. Στη Νέα Υόρκη, λόγω και της δομής του πολιτικού συστήματος που προαναφέρθηκε, η μεγαλύτερη μάχη δεν ήταν απέναντι στους Ρεπουμπλικάνους, αλλά απέναντι στο συντηρητικό κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος που προσωποποιούνταν στην υποψηφιότητα του Άντριου Κουόμο.
Διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες λοιπόν φέρνουν στο προσκήνιο διαφορετικές ανάγκες και προτεραιότητες και καλούν για διαφορετικές στρατηγικές. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε δεν είναι ποιον θα αντιγράψουμε, αλλά πώς διαβάζουμε τη συγκυρία που αντιμετωπίζουμε: Διεξάγουμε αντιφασιστικό αγώνα σήμερα; Είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης η Μαρίν Λεπέν ή ο Ντόναλντ Τραμπ της Ελλάδας; Ή ζούμε σε συνθήκες -σχετικής έστω- δημοκρατικής και πολιτικής ομαλότητας και βρισκόμαστε σε μια ευρύτερη αναζήτηση μιας κοινωνικής και ταυτόχρονα δημοκρατικής εναλλακτικής; Το ερώτημα είναι κάθε άλλο παρά άσκηση επί χάρτου και επείγει να συζητηθεί και να απαντηθεί.
Παράδειγμα τρίτο: Ξεκινάμε την αφήγηση από το τέλος
Όπως είναι λογικό, συνήθως το ενδιαφέρον μας τραβάει μια εκλογική αναμέτρηση, όταν βρίσκεται στην τελική ευθεία ή ακόμα και εκ των υστέρων, όταν έχει προκύψει ένα εντυπωσιακό εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτό μας οδηγεί να βλέπουμε μόνο το τέλος μιας διαδρομής που συχνά ανατρέχει σε βάθος χρόνου, πολύ πριν αποκτήσει ορατότητα, έχει απότομες στροφές και κατηφόρες, πριν οδηγήσει σε νίκη.
Όπως δεν μπορεί κανείς να ερμηνεύσει σωστά γιατί κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ “ξαφνικά” το 2012 ή γιατί κατέρρευσε “ξαφνικά” το 2023, αν κοιτάξει μόνο τους δύο μήνες των αντίστοιχων προεκλογικών εκστρατειών, αντίστοιχα δεν μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τη νίκη του Μαμντάνι ή την επιτυχία του Die Linke, μένοντας μόνο στην τελική ευθεία των τελευταίων λίγων εβδομάδων κάθε καμπάνιας.

Οι καμπάνιες είναι η συμπύκνωση και το απόσταγμα όλης της προηγούμενης “κανονικής” πολιτικής δραστηριότητας σε μη προεκλογικό πλαίσιο - πολύ περισσότερο μάλιστα στην Ευρώπη, όπου τα κόμματα, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, έχουν σταθερές δομές και κεντρικό ρόλο στις εκλογές. Και παράλληλα με τη διάσταση του επικοινωνιακού σχεδιασμού, είναι μια εξόχως πολιτική δουλειά. Κανένας επικοινωνιολόγος δεν μπορεί -ή δεν θα έπρεπε- να υπαγορεύσει σε ένα κόμμα ή σε έναν υποψήφιο τι πιστεύει, τι πρεσβεύει. Η δουλειά του (θα έπρεπε να) είναι να βοηθήσει το κόμμα ή τον υποψήφιο να εκπέμψει με αποτελεσματικό τρόπο αυτά που θέλει να πει.
Είναι αναμφισβήτητο, ας πούμε, ότι η ελληνική Αριστερά σήμερα -κυρίως εξαιτίας ενός επίμονου, αν και ανεξήγητου, κυβερνητισμού- επιμένει να προσπαθεί να μιλήσει για τα πάντα, αναλυτικά και “κοστολογημένα”, ενώ χρειάζεται να φτιάξει έναν δημόσιο λόγο με συγκεκριμένες αιχμές και προτεραιότητες και κρουστικό λόγο. Ωστόσο, το να πει κανείς “ορίστε, δείτε τι έκανε το Die Linke ή ο Μαμντάνι και αφήστε τις αναλύσεις, να πάμε να πούμε δυο πράγματα και να κερδίσουμε” απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα. Το να καταλήξει κανείς στα πέντε σημεία-κλειδιά μιας καμπάνιας είναι αποτέλεσμα και καταστάλαγμα, εκτός των άλλων, και της συνολικής πολιτικής του ανάλυσης, αυτών που προκύπτουν από την επαφή του με την κοινωνία αλλά και του οράματός του - κι αυτά, αν θέλει να είναι αξιόπιστος (το οποίο δεν είναι συνώνυμο ούτε του συντηρητικός ούτε του σοβαροφανής) είναι πολύ σημαντικό να είναι δουλεμένα και κατασταλαγμένα, αλλιώς θα καταλήξει άλλα να λέει κι άλλα να κάνει.
Επίσης, η επιλογή της καμπάνιας είναι πολύ πολύ πολύ πολιτική δουλειά. Αν π.χ. σήμερα κάποιος θα επιλέξει να στηρίξει την καμπάνια του στο πρόβλημα της στέγης ή στο ύψος των μισθών ή στο ύψος των έμμεσων φόρων ή στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς ή στη μετανάστευση, και πολύ περισσότερο το τι ακριβώς θα επιλέξει να πει για καθένα από τα θέματα αυτά είναι ο πυρήνας της πολιτικής του ταυτότητας. Στο θέμα της μετανάστευσης π.χ. είναι άλλο αν την αντιμετωπίσει κανείς ως πρόβλημα (άρα προτείνει μέτρα αποτροπής σε ένα πλαίσιο ασφαλειοποίησης), άλλο αν θα την αντιμετωπίσει ως ευκαιρία (εστιάζοντας -υπό ένα ωφελιμιστικό πρίσμα- στη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και στην ανάγκη εργαζομένων) και τελείως άλλο αν θα την αντιμετωπίσει ως ηθική υποχρέωση έναντι των θυμάτων της πολιτικής των μεγάλων κρατών (άρα σταθεί στο δικαίωμα του ασύλου και των νόμιμων και ασφαλών διόδων, στην ανάγκη υποδοχής και φιλοξενίας, στην ένταξη, στην καταπολέμηση της ξενοφοβίας κ.ο.κ.).
Αντίστοιχα, αν κάποιος επιλέξει να θέσει τη στεγαστική κρίση στο επίκεντρο της καμπάνιας του, είναι άλλο το να προτείνει κίνητρα (π.χ. φορολογικά) στους ιδιοκτήτες για να νοικιάζουν πιο οικονομικά τα διαμερίσματά τους, άλλο το να προτείνει την επιβολή ανώτατου πλαφόν στα ενοίκια και άλλο να υποσχεθεί τη μαζική δημιουργία δημόσιας/κοινωνικής στέγης. Όλα αυτά μπορεί να αποτυπώνονται σε λίγες φράσεις ή ένα σλόγκαν, αλλά είναι αποτέλεσμα της ανάλυσης κάθε πολιτικού υποκειμένου για τις κοινωνικές συνθήκες και ανάγκες, της ιδεολογικής του τοποθέτησης π.χ. έναντι του θεσμού της (μικρο)ιδιοκτησίας, αλλά και της επιλογής του για τα κοινωνικά στρώματα που θέλει να εκπροσωπήσει.
Έτσι, εμείς μπορεί να βλέπουμε το τέλος μιας διαδρομής, συνήθως όμως έχει προηγηθεί πολλή σκέψη και συζήτηση, διαφωνίες και συμφωνίες, διαβουλεύσεις, διάβασμα, επαφή με τους ανθρώπους -άρα και πολλή συλλογική δουλειά- πριν παραχθεί το απόσταγμα που θα εκφωνήσει ένας ή λίγοι υποψήφιοι. Κάτι που τείνουμε να ξεχνάμε.
Παράδειγμα τέταρτο: Διαβάζουμε επιλεκτικά τις στρατηγικές των άλλων
Συνήθως μια επιτυχία, όπως και μια αποτυχία, είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Τους οποίους τείνουμε να βλέπουμε αποσπασματικά πολλές φορές, όταν προσπαθούμε να μεταφράσουμε παραδείγματα άλλων στο δικό μας πλαίσιο.

Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα είναι εδώ η συζήτηση που έγινε με αφορμή την επιτυχία του Die Linke στις τελευταίες εθνικές εκλογές στη Γερμανία. Κάποιοι εστίασαν υπερβολικά στο γεγονός ότι το Die Linke ανέπτυξε μια εφαρμογή μέσω της οποίας έβρισκαν υποστήριξη άνθρωποι που αντιμετώπιζαν στεγαστικό πρόβλημα και, ανάλογα με την άποψή τους γενικά για τα πράγματα, κάποιοι είπαν “ορίστε, το κλειδί είναι οι συγκεκριμένες δράσεις αλληλεγγύης”, ενώ άλλοι για το ίδιο πράγμα είπαν “ορίστε, το κλειδί είναι ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κόμματος”. Κάποιοι άλλοι εστίασαν υπερβολικά στο γεγονός ότι το Die Linke έκανε μια πολύ μεγάλης κλίμακας καμπάνια πόρτα-πόρτα και κατέληξαν άρα ότι, “ορίστε, το κλειδί είναι οι τοπικές οργανώσεις που να λειτουργούν πραγματικά στο πεδίο”. Κάποιοι άλλοι εστίασαν υπερβολικά στο γεγονός ότι το Die Linke έτρεξε μια πολύ πετυχημένη καμπάνια στα social media, ειδικά εστιάζοντας σε εξαιρετικά δημοφιλή πρόσωπα, όπως η Χάιντι Ράιχινεκ, συνδυάζοντας αρμονικά “σοβαρά” πολιτικά μηνύματα με τον πιο ανάλαφρο και προσωπικό τόνο που ευνοεί η διαδικτυακή παρουσία, όπως π.χ. με την καμπάνια των τριών μεγαλύτερων σε ηλικία και “καθιερωμένων” υποψήφιών του (Γκρέγκορ Γκίζι, Μπόντο Ράμελο και Ντίτμαρ Μπαρτς - aka die Siberlocke, οι “ασημένιες μπούκλες”), οπότε κατέληξαν ότι “ορίστε, χρειαζόμαστε έξυπνα βιντεάκια στο TikTok και περισσότερα memes στο Instagram”.

Κάποιοι, επίσης, εστίασαν υπερβολικά στο γεγονός ότι η καμπάνια στηρίχθηκε στη στέγη και άρα, έβγαλαν το συμπέρασμα ότι “ορίστε, πρέπει να μιλάμε για τις υλικές αγωνίες των ανθρώπων, με ταξικό πρόσημο, και να αφήσουμε στην άκρη τα ταυτοτικά και τα δικαιωματικά”. Ενώ άλλοι κράτησαν μόνο την ομιλία της Ράιχινεκ για την ακροδεξιά στη Βουλή και την ατάκα για τα “οδοφράγματα” και είπαν “ορίστε, πρέπει να εστιάσουμε στον αντιφασισμό και να μη φοβόμαστε να είμαστε ριζοσπαστικοί -ίσως και ακραίοι- στον λόγο μας”. Κάποιοι, τέλος, εστίασαν μόνο στα πρόσωπα (κάποιων) υποψηφίων, στα τατουάζ τους, στο νεαρό της ηλικίας τους, στην καταγωγή τους και -ο καθένας ανάλογα με τις προτιμήσεις του- έσπευσε να αναρωτηθεί ποια θα ήταν η δική μας Χάιντι Ράιχινεκ, ο δικός μας Φεράτ Κότσακ και ούτω καθεξής.
Το ίδιο φυσικά, για να μην γράψω μια αντίστοιχη λίστα, έγινε και στην περίπτωση Μαμντάνι. Κάποιοι θέλουν να βρούμε έναν μετανάστη επικεφαλής, άλλοι να μιλήσουμε μόνο για τα λεωφορεία, ορισμένοι να μιλήσουμε περισσότερο για την Παλαιστίνη, κάποιοι να γίνουμε περισσότερο ριζοσπάστες, άλλοι να το δείχνουμε λιγότερο… Τα παραδείγματα δεν έχουν τέλος.
Την απάντηση την έχουν δώσει οι ίδιοι που θέλουμε να έχουμε ως παράδειγμα: Σε ένα εξαιρετικής διαύγειας άρθρο τους αμέσως μετά τις εκλογές στη Γερμανία, οι δύο συμπρόεδροι του Die Linke, αφού απαρίθμησαν τα δέκα στοιχεία που κατά τη γνώμη τους έπαιξαν ρόλο στην επιτυχία του κόμματός τους, σημείωσαν: “ήταν κρίσιμο ότι όλα αυτά τα συστατικά βρίσκονταν σε αρμονία το ένα με το άλλο και, ως σύνολο, δημιούργησαν μια κοινή και συνεκτική εικόνα”.
Παράδειγμα πέμπτο -και τελευταίο: Δεν παρακολουθούμε το “μετά”.
Με εξαιρέσεις, φυσικά, αλλά συνήθως η προσοχή μας εξαντλείται λίγο καιρό μετά την εκάστοτε νίκη. Είδαμε το Νέο Λαϊκό Μέτωπο της Γαλλίας, αλλά δεν συζητήσαμε τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η συμμαχία έκτοτε, τις κινήσεις διεμβολισμού της που άλλοτε αποτυγχάνουν (π.χ. στην περίπτωση της επιλογής πρωθυπουργού) και άλλοτε επιτυγχάνουν (όπως π.χ. στη στάση των Σοσιαλιστών σε διάφορες ψηφοφορίες, για την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Λεκορνύ, την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2026 κ.λπ.), τις διαφορετικές τοποθετήσεις σε μια σειρά από θέματα, τις αντιφάσεις (π.χ. η Ανυπότακτη Γαλλία και το Γαλλικό ΚΚ, δύο εκ των πυλώνων του Λαϊκού Μετώπου, ταυτόχρονα πρωταγωνίστησαν στη διάσπαση της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο), αλλά κυρίως την προς το παρόν τουλάχιστον διαφαινόμενη αδυναμία και απροθυμία μιας κοινής υποψηφιότητας στις προεδρικές εκλογές.
Είδαμε την επιτυχία του Die Linke, αλλά ελάχιστα συζητήσαμε τις προσπάθειες και τις προκλήσεις που αντιμετώπισε αμέσως μετά. Το πώς, για παράδειγμα, το κόμμα αντιμετωπίζει τη μαζική ένταξη νέων μελών, την ανάγκη τα μέλη αυτά να ενσωματωθούν, να αποκτήσουν ουσιαστικό ρόλο, αλλά και να εκπαιδευτούν πολιτικά. Το τι συζητάει το κόμμα ως προς τη στρατηγική του στη Γερμανία και το δίλημμα για το αν πρέπει να ακολουθήσει μια αντιφασιστική γραμμή σε λογική “λαϊκού μετώπου” ή να ιεραρχήσει την ανάγκη δημιουργίας ενός ισχυρού τρίτου πόλου. Το πώς διαχειρίζεται στο εσωτερικό του ζητήματα “δύσκολα” στο γερμανικό πλαίσιο, όπως π.χ. η αλληλεγγύη με την Παλαιστίνη και η καταδίκη του Ισραήλ. Το πώς συνεχίζει και κλιμακώνει με συγκεκριμένα βήματα την πολιτική του για τη στέγη. Ή, το πώς οργάνωσε και τι κανόνες έθεσε στη νέα -πολυπληθή αλλά και νεοεκλεγμένη σε μεγάλο ποσοστό- κοινοβουλευτική του ομάδα.
Γιορτάσαμε την εκλογή του Μαμντάνι, αλλά πιθανότατα λίγοι θα παρακολουθήσουν στη συνέχεια τι θα κάνει ως δήμαρχος, πού θα δυσκολευτεί, πού θα πετύχει και, κυρίως, πώς θα τα κάνει όλα αυτά.
Κι ένα επιμύθιο
Επειδή μακρηγόρησα, ως συνήθως, αντί κατακλείδας χρειάζεται εδώ μια διευκρίνηση. Σκοπός όσων έγραψα, δεν ήταν για να πω ότι δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτα και να αντιγράψουμε τίποτα από τους συντρόφους και φίλους μας ανά τον κόσμο. Ίσα-ίσα. Μπορούμε να μάθουμε πολλά, σκύβοντας όμως με προσοχή στην εμπειρία τους, συζητώντας μαζί τους σε βάθος και πηγαίνοντας πέρα από τις εντυπώσεις της στιγμής και της ειδησεογραφίας.
Και μπορούμε να τη μεταφέρουμε στα καθ’ ημάς, με μία βασική προϋπόθεση: να αναστοχαστούμε σοβαρά και διεξοδικά πάνω στη δική μας εμπειρία και στα δικά μας δεδομένα. Πριν αποφασίσουμε ποιο παράδειγμα μας ταιριάζει και τι συγκεκριμένα από αυτό, να συζητήσουμε σοβαρά για τα χαρακτηριστικά του δικού μας θεσμικού πλαισίου, του δικού μας κομματικού συστήματος, να συζητήσουμε -και να διαφωνήσουμε- για το πώς διαβάζουμε τη συγκυρία στη χώρα μας και τις προτεραιότητες που απορρέουν από αυτή, να συζητήσουμε για τις αξίες μας, το όραμά μας, τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις μας, να δούμε συνολικά τι σημαίνει μια επιτυχημένη καμπάνια και πώς ξεκινάμε από σήμερα να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Να μεταφράσουμε στα ελληνικά και όχι στα αλαμπουρνέζικα το manual. Για τη νίκη που τόσο πολύ και τόσο δικαιολογημένα επιθυμούμε.

