Φτιάχναμε καπέλα από χαρτί, είχαμε και ξύλινα ντουφέκια
(Βλέπουμε, όμως, τώρα πως ο πόλεμος δεν είναι ποτέ γιορτή)
Είναι πολλά χρόνια τώρα, που ακούμε ξανά και ξανά ότι “ο πόλεμος πλέον έχει αλλάξει μορφή”. Είναι πολλά χρόνια τώρα, που μας λένε ότι “πλέον ο πόλεμος δεν κερδίζεται με ντουφέκια, στα χαρακώματα”. Γίνεται, λένε, με μη επανδρωμένα drones και άλλα “έξυπνα” όπλα. Με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, που εκτοξεύονται χωρίς καν πολλές φορές να χρειαστεί να εισβάλει ο επιτιθέμενος με πυροβολικό και πεζικό στη χώρα-στόχο.
Η ίδια εντύπωση συντηρήθηκε και καλλιεργήθηκε και μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, παρά τις εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, στρατιώτες αλλά και αμάχους, που έχει προκαλέσει ο πόλεμος αυτός στα τέσσερα χρόνια που μαίνεται. Η κυρίαρχη άποψη στην Ευρώπη ήταν και σε μεγάλο βαθμό παραμένει ότι η μόνη λύση είναι με στρατιωτικά μέσα ήττα της Ρωσίας, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει “μάχη μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό” (εύκολο, αλήθεια, να δείχνεις αποφασιστικότητα, όταν τη θυσία κάνει άλλος…).
Και, ακόμα κι όταν - ειδικά μετά την εκλογή Τραμπ που οριστικοποίησε τη ρήξη στις ευρωατλαντικές σχέσεις (αν και η απόσυρση των ΗΠΑ από την ευρωπαϊκή άμυνα είχε διακριτικά προηγηθεί) - εντατικοποιήθηκε η συζήτηση περί επικείμενης εισβολής της Ρωσίας στην Ευρώπη και της ανάγκης στρατιωτικής προετοιμασίας για απευθείας πολεμική σύγκρουση μαζί της, για πολύ καιρό η εικόνα που συστηματικά καλλιεργούνταν στις ευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν ότι ο πόλεμος θα διεξαχθεί, βασικά, με ποσοστά του ΑΕΠ. Άντε, το πολύ πολύ με καμιά κυβερνοεπίθεση.
Όλη η συζήτηση κινήθηκε γύρω από την αύξηση των δαπανών. Κι αν κανείς τολμούσε να πει ότι τα όπλα δεν πολεμούν μόνα τους, αλλά τα χειρίζονται άνθρωποι, πλήττουν ανθρώπους, αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν γραφικός. Ακόμα κι όταν, πριν λίγο καιρό, υπουργοί Άμυνας και αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων από διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Ελλάδας περιλαμβανομένης, άρχισαν να “μολογάνε” και να λένε πως πρέπει οι ευρωπαϊκές κοινωνίες να είναι προετοιμασμένες να υποστούν απώλειες και να υποδεχτούν “φέρετρα σκεπασμένα με σημαίες”, ακόμα και τότε οι περισσότεροι, ακόμα και μεταξύ εκείνων που ήταν αντίθετοι στη στρατιωτικοποίηση, επέμειναν: “τα λένε απλά για να μας τρομάξουν και να αποδεχθούμε χωρίς αντίδραση την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, ούτε σκοπό να πολεμήσουν έχουν, ούτε - ακόμα κι αν το κάνουν - γίνεται με πεζικό πια ο πόλεμος”.
Οι γενιές που βρίσκονται σήμερα στο προσκήνιο δεν έζησαν - οι περισσότεροι και περισσότερες ούτε καν τον απόηχο - του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Ειδικά στην Ευρώπη, που δεν γνώρισε, τουλάχιστον όχι μαζικά, βετεράνους της Κορέας, του Βιετνάμ ή, πολύ πιο πρόσφατα, του Αφγανιστάν, όσοι και όσες γνωρίζουν έστω έμμεσα τι σημαίνει πόλεμος είναι πολύ λίγοι. Και αυτή η προσπάθεια αποπροσωποποίησης του πολέμου, το αφήγημα πως “πια ο πόλεμος έχει αλλάξει” και γίνεται χωρίς να αλέθεται ανθρώπινη σάρκα στην πρώτη γραμμή έγινε εύκολα αποδεκτό.

Μέχρι που ξυπνήσαμε απότομα μέσα στον εφιάλτη
Κάπως έτσι, εδώ και καιρό στην Ευρώπη διαβάζουμε για τον πόλεμο, ακούμε για τον πόλεμο, αλλά πιστεύουμε βαθιά μέσα μας πως, ακόμα κι αν ο πόλεμος πράγματι έρθει, εμείς με κάποιον μαγικό τρόπο θα συνεχίσουμε τη ζωή μας στις πόλεις μας, στις δουλειές μας, στα σπίτια μας.
Πριν λίγες μέρες, νομίζω ήταν το Σάββατο απόγευμα και πίναμε τσίπουρα στο κέντρο, αναρωτήθηκα στη συντροφιά μου: “άραγε την άνοιξη του 1938 οι άνθρωποι στην Ελλάδα κι αλλού στην Ευρώπη να γιόρταζαν το καρναβάλι, αμέριμνοι κι ανύποπτοι γι’ αυτό που έρχονταν, όπως τώρα καλή ώρα εμείς;”.
Ναι, είναι η απάντηση. Όπως γιορτάσαμε κι εμείς το τριήμερο της αποκριάς. Ήσυχοι πως το χειρότερο θα αποφευχθεί. Αλλά κι αν δεν αποφευχθεί, ότι πάντως ο πόλεμος θα γίνει ανάμεσα σε drones και “σιδερένιους θόλους”.
Για να ξυπνήσουμε χθες απότομα μέσα στον εφιάλτη. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ο πόλεμος είναι αληθινότατος. Κι όποιος παίζει πολεμικά παιχνίδια πληρώνει και το τίμημα - δυστυχώς, βέβαια, όχι εκείνοι που παίρνουν τις αποφάσεις, αλλά οι πολλοί, που την κρίσιμη στιγμή δεν θα τους φυγαδεύσει κάποιο ελικόπτερο.
Η βρετανική βάση στο Ακρωτήρι βρίσκεται δίπλα σε χωριά, αλλά και στη Λεμεσό. Η Σούδα είναι δίπλα στα Χανιά, ο Άραξος δίπλα στην Πάτρα. Η Λάρισα, η Αλεξανδρούπολη δεν είναι “μη επανδρωμένες”, αλλά το σπίτι πολλών χιλιάδων ανθρώπων.
Έχουμε τόσο πια αποκτηνωθεί που τις ζωές των Ουκρανών - ακόμα λιγότερο τις ζωές των Ιρανών - δεν τις μετράμε. Τώρα όμως καταλαβαίνουμε ότι ο πόλεμος δεν παίζεται, όπως λέει το γνωστό δημοσιογραφικό κλισέ στη “γεωπολιτική σκακιέρα”. Τουλάχιστον όχι για εμάς, τις πολλές και τους πολλούς. Παίζεται με τις ζωές όλων μας. Ελλήνων, Κυπρίων. Αύριο άλλων. Πολωνών, Γερμανών, Γάλλων και ούτω καθεξής.
Τόσο καιρό “φτιάχναμε καπέλα από χαρτί, είχαμε και ξύλινα ντουφέκια”. Ήρθε η ώρα να μάθουμε ότι δεν είναι όμως “ο πόλεμος γιορτή”. Και να τον σταματήσουμε τώρα, πριν να είναι πολύ αργά.


Εξαιρετικο
"Με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί"...
Αληθινότατος, πράγματι, ο πόλεμος. Δίπλα μας, όπου και αν διεξάγεται. Μας αφορά πάντα, ακόμα κι όταν μοιάζει να συμβαίνει μεταξύ άλλων.
Δυνατή και θαρραλέα η γραφή σας.