Δεν έχουμε 1982.
Και ίσως είναι καιρός να βγάλουμε κάποια πράγματα από την προθήκη του μουσείου.
Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή όσα έγιναν στο πλαίσιο της επετείου της 28ης Οκτωβρίου, αλλά και λίγες μέρες πριν, στα αριστερά του πολιτικού φάσματος κυριάρχησε αγανάκτηση: από την τροπολογία για το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και όσα ειπώθηκαν με αφορμή αυτή μέχρι την απόφανση ότι οι αριστεροί δεν είναι Έλληνες του Δρυμιώτη και από το μήνυμα του Κυρανάκη για την επέτειο με τη φράση “τις σημαίες ψηλά”, που παραπέμπει στον χιτλερικό ύμνο, μέχρι τη συμμετοχή της ακροδεξιάς οργάνωσης “ΕΟΝ” στην παρέλαση της Θεσσαλονίκης και τους ύμνους της Λατινοπούλου για τον Μεταξά. Ο κατάλογος φαίνεται ανεξάντλητος.

Και η αγανάκτηση είναι, φυσικά, δικαιολογημένη. Η μνήμη της 28ης Οκτωβρίου τείνει να γίνει όλο και περισσότερο εθνική, με την αντιφασιστική διάσταση του πολέμου σταδιακά να εξαλείφεται, η Αντίσταση εξαφανίζεται από τον δημόσιο λόγο και ο δικτάτορας και ομοϊδεάτης του Χίτλερ και του Μουσολίνι γίνεται ήρωας, ενώ η “εθνικοφροσύνη” επανέρχεται - και αναγνωρίζεται προφανώς μόνο στον νόμιμο φορέα της, τη Δεξιά.
Όλα αυτά που δεν μπορούσε κανείς να διανοηθεί να λέγονται και να γίνονται πριν π.χ. από είκοσι ή τριάντα χρόνια, τώρα τα βλέπουμε να περνάνε μπροστά μας και δεν μπορούμε να το πιστέψουμε. Πράγματι, στην Καθημερινή του Καρκαγιάννη -ξέρετε, αυτή που μας έμαθαν οι αριστεροί γονείς μας να διαβάζουμε, γιατί είναι σοβαρή εφημερίδα- κάποιος σαν τον Δρυμιώτη μάλλον δεν θα είχε μόνιμο στασίδι. Πράγματι, κανένα κυβερνητικό στέλεχος, κι όχι μόνο του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της Νέας Δημοκρατίας, δεν θα διανοούνταν να κάνει δημόσιες δηλώσεις που να παραπέμπουν σε σύμβολα του Χίτλερ. Πράγματι, στις παρελάσεις περνούσαν από μπροστά μας οι οργανώσεις των αντιστασιακών, όχι τα ορφανά του Μεταξά. Πράγματι, οι ομοϊδεάτες της Λατινοπούλου -αν και δεν εξέλιπαν ποτέ- βρισκόταν στο περιθώριο της πολιτικής και της κοινωνίας, ούτε στη βουλή ούτε στα κεντρικά κανάλια.
Μόνο που αυτά ανήκουν σε μια άλλη εποχή. Σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη, η μνήμη του αντιφασιστικού πολέμου ξεθωριάζει ραγδαία και όλα αυτά που νομίζαμε πως είχαμε νικήσει, με εκατομμύρια νεκρούς τίμημα, όχι απλά έχουν ξαναβγεί από τις τρύπες τους, αλλά βρίσκονται σε κυβερνήσεις και κοινοβούλια. Οι λόγοι είναι μια άλλη πολύ μεγάλη ιστορία. Αλλά ας κοιτάξουμε λίγο γύρω μας: την Ιταλία κυβερνούν οι διάδοχοι του MSI, του κόμματος που έφτιαξαν οι υποστηρικτές του Μουσολίνι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, ενώ στη Γερμανία -το υπόδειγμα μαχόμενης δημοκρατίας, μετά την εμπειρία της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία- το AfD όχι απλά είναι το ισχυρότερο κόμμα της αντιπολίτευσης αλλά ο ίδιος ο καγκελάριος του CDU/CSU, Friedrich Merz, προετοιμάζει εμφανώς την κοινή γνώμη για το οριστικό γκρέμισμα του τείχους προστασίας [die Brandmauer] απέναντι στην Ακροδεξιά και τη συνεργασία μαζί της.
Ας το πάρουμε λοιπόν απόφαση. Δεν έχουμε 1982. Τότε, που στην ομιλία του για το νομοσχέδιο για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, ο πρωθυπουργός της χώρας έλεγε από το βήμα της Βουλής:
“Ήλθε τώρα η ώρα δίπλα στους ήρωες του 1821, να τοποθετήσουμε στην εθνική μας μνήμη ενωμένους αυτούς που έπεσαν στο 1940-1944. […] Αυτούς επίσης που συνέχισαν τον αγώνα στα βουνά και στις πόλεις, φτιάχνοντας ένα μαζικό λαϊκό κίνημα με πολυβόλα και συλλαλητήρια με περιφρόνηση προς τον θάνατο, με πάθος για τη λευτεριά, με άμετρη αυτοθυσία. […] Η κυβέρνηση της Ελλάδας επιτελεί σήμερα με ευλάβεια το καθήκον της. Εγώ ως Έλληνας σήμερα αισθάνομαι υπερήφανος”.

Δεν είμαστε στην εποχή της δημοκρατικής δυναμικής που απελευθέρωσε η Μεταπολίτευση μετά από δεκαετίες “καχεκτικής δημοκρατίας”, δικτατοριών, εμφυλίου πολέμου, διώξεων και καταπίεσης. Στη Βουλή δεν είναι ο Γλέζος, αλλά ο Κυρανάκης. Η Αριστερά -με τον ευρύτατο ορισμό της- δεν παίρνει 65%, αλλά με το ζόρι αθροίζει όλη μαζί περίπου 30%. Η Ακροδεξιά δεν κουβαλάει πια τσεκούρια και δεν κρύβεται στις σκιές, αλλά στρογγυλοκάθεται σε βουλευτικά και υπουργικά έδρανα. Οι αντάρτες από ήρωες ξανάγιναν “συμμορίτες” και η γενιά του Πολυτεχνείου φορτώθηκε όλα τα κατοπινά δεινά της χώρας.
Βέβαια, ίσως ποτέ να μην είχαμε 1982. Ούτε καν το 1982. Στο κάτω-κάτω, η Νέα Δημοκρατία αποχώρησε από τη συζήτηση για το σχετικό νομοσχέδιο, αφού πρώτα ο τότε αρχηγός της, Ευάγγελος Αβέρωφ, είχε πει μεταξύ άλλων:
“Εκείνο που ουσιαστικά αναγνωρίζει και τιμά σήμερα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν είναι η Αντίσταση, είναι η κατοχική δράση του κομμουνιστικού κόμματος. […] Θέλετε, κυρίως, να αποκτήσει το ΚΚΕ συγχωροχάρτι και βραβείο για την αντεθνική του δράση επί Κατοχής; Αυτό είναι αδύνατον να το δεχτούμε”.1

Κι εξάλλου, παρά τον νόμο Καραμανλή για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου και αργότερα τον νόμο Μητσοτάκη που απέσυρε την όποια θεσμική κάλυψη σε τελετές που ανακινούσαν τον διχασμό, βουλευτές και στελέχη της Νέας Δημοκρατίας δεν έπαψαν ποτέ να συμμετέχουν ούτε στο μνημόσυνο για τους πεσόντες της χωροφυλακής στη μάχη του Μακρυγιάννη τον Δεκέμβριο του 1944 ούτε στις τελετές στον Γράμμο και στο Βίτσι, συντροφιά με ακροδεξιούς.2 Και ας μην ξεχνάμε ότι ποτέ κανείς δεν άγγιξε την ημερομηνία εορτασμού της επετείου του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ποτέ κανείς δεν τόλμησε να μεταφέρει την εθνική επέτειο στις 12 Οκτωβρίου, μέρα απελευθέρωσης της Αθήνας από τους ναζί. Ούτε το ΠΑΣΟΚ στο απόγειο του ριζοσπαστισμού του τη δεκαετία του ‘80, ούτε η “πρώτη φορά Αριστερά” του ΣΥΡΙΖΑ.
Κι αν τα γράφω όλα αυτά, δεν είναι για να βυθιστούμε στη νοσταλγία για το 1982, αλλά για να βγούμε από αυτή. Να αποδεχτούμε αυτό που ήδη ισχύει: ότι η Αντίσταση ούτε ήταν ούτε αναγνωρίστηκε ποτέ ως στ’ αλήθεια εθνική από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Γιατί είναι άρρηκτα δεμένη με όσα προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν: όσο κι αν επιχειρήθηκε, στη λογική της εθνικής συμφιλίωσης, να διαχωριστεί η Αντίσταση από το κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα της δεκαετίας του ‘30, αλλά και από τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο, η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει το ένα χωρίς το άλλο, δεν μπορεί να διαχωρίσει με τείχη το ένα από το άλλο.
Να αποδεχτούμε επίσης ότι τη λογική της εθνικοφροσύνης δεν νίκησε, στην πραγματικότητα, η πολιτική της λήθης, αλλά την ακύρωσε η ζώσα μνήμη του ελληνικού λαού. Για όσο καιρό αυτή παρέμενε ενεργή και για όσο ακόμα καταφέρουμε να τη διατηρήσουμε. Όχι μέσα -ή όχι μόνο μέσα- από τον επίσημο κρατικό λόγο, αλλά αξιοποιώντας το συλλογικό βίωμα, την τοπική ιστορία, την οικογενειακή ιστορία, την κοινότητα.
Και, κυρίως, να συνειδητοποιήσουμε ότι η ιστορική μνήμη είναι πάντα και παντού υπό διακύβευση: η ανάγνωση του παρελθόντος αντανακλά πάντα και κάποτε ευθέως στο παρόν και στο μέλλον. Η Δεξιά το κάνει ήδη αυτό, στην Ελλάδα και παντού. Γι’ αυτό και δίνει τη μάχη για την ιστορία, όχι με όρους του χθες, αλλά με όρους του σήμερα. Όχι για τη μνήμη καθεαυτή, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο αυτή επηρεάζει την ηγεμονία στο σήμερα. Καιρός είναι να το κάνει και η Αριστερά. Να πάψει να αμύνεται, κάθε φορά που κάποιος -όλο και συχνότερα πια- θα παραβιάζει το μεταπολιτευτικό consensus και να μιλήσει για τη δική της διάσταση της μνήμης και για το πώς αυτή εκβάλει στο σήμερα.
Να μιλήσει με τον υποδειγματικό λόγο της μαθήτριας που έκανε παρέλαση ως σημαιοφόρος με το καρπούζι στο μπράτσο:
“Δεν καταλαβαίνω γιατί το ελληνικό “ΌΧΙ” δεν είναι μια γιορτή για όλους τους λαούς και για άλλες πατρίδες. Τι νόημα έχει να γιορτάζουμε το δικό μας “‘ΟΧΙ” και να μη λέμε όχι σε κάθε τι άδικο και βάρβαρο που γίνεται σε όλο τον κόσμο;”.
Κι έτσι, να ξαναβγάλουμε την Αντίσταση από το μουσείο. Από την προθήκη που είχε αφεθεί να αραχνιάζει. Και να της δώσουμε καινούρια πνοή και ζωή.
Τα στοιχεία για την ψήφιση του νόμου του 1982 για την Εθνική Αντίσταση από παλιότερο ρεπορτάζ του Κώστα Μανιάτη για το Magazine του News247: https://www.news247.gr/magazine/40-xronia-apo-tin-anagnorisi-tis-ethnikis-antistasis-ta-dimosievmata-tis-epoxis/
Αναλυτικές πληροφορίες σε παλιότερο ρεπορτάζ του Πέτρου Κατσάκου στην Αυγή: https://www.avgi.gr/politiki/397898_nea-dimokratia-kai-giortes-misoys


